Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ

   

 ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ

 Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης Αμφικτύων

Στης Κίρκης την αγκαλιά,
όλο χάδια και φιλιά,
με μαντζούνια, φυλαχτά,
και το θύμα κατακτά.

Στην κλίνη
της πατρίδας λησμονιά τού δίνει,
τη φωνή την κάνει κραυγή,
τη νοσταλγία οργή και γκρίνια,
δίψα μόνο για το χρήμα.

Τη φυλή η Κίρκη την αντιπαθεί
και προτιμάει τον μετανάστη.
Αυτή κρατάει το κλειδί
κι εκείνος γίνεται το θύμα.

Μόλις φτάσει,
ελπίδα φρούδα,
ζωή σαν κύμα·
εκείνος της Κίρκης κτήμα,
έχασε της ζωής το ωραίο ποίημα.

Νεύρα  σαν χορδές τεντωμένα,
από ευχαρίστηση στερημένα.

Στο εξής δεν μπορείς να φύγεις·
μόνο αν γίνεις Οδυσσέας θα ξεφύγεις.
Ανώτερες απαιτεί
πνευματικές και ψυχικές δυνάμεις,
και η βούληση, σαν πυρ, να λάμπει.

Γιατί η Κίρκη τους την αφαιρεί,
μαζί και την ενορατική  εξυπνάδα·
με την πολυτελή της φορεσιά
τούς στερεί κάθε δημιουργική ικμάδα.

Η Κίρκη δεν ήταν μόνο
καταπιεστική στους άνδρες·
είναι και γυναίκα που καταπιέζει γυναίκες.

Στην ερωτική σχέση
παριστάνει τον άνδρα,
«αντρογυναίκα», «λούγκρα»,
θέλει σύντροφο ομόφυλη να έχει.

Με θέλγητρα και ομορφιά
τα θύματά της παγιδεύει,
στην πλούσια βίλα της
με τροφή και ζαχαρωτά τα θρέφει.

Υπνωτικά τούς δίνει,
στη χώρα της τούς πολιτογραφεί
κι από πίσω σοφίζεται
τα μύρια που θα κερδίσει.

Κι επειδή ο Οδυσσέας αισθάνεται τον νόστο,
αυτή κρατάει το πουγκί
και δεμένο το έχει κόμπο.

Ρητή εντολή: τι να κάνει, πώς να φερθεί,
στους πειρασμούς όλους πώς να αντισταθεί.
Και διά του πληροφοριακού αιθέρα
εντολές τού περνάει το τέρας.

Μόνο αν είσαι Οδυσσέας
μπορείς να επαναστατήσεις.
Ο ναύτης στο πλοίο
δεν θα ξαναγυρίσει·
της Κίρκης δούλος θα καταλήξει
και τα κόκαλά του στην ξένη θα  τ’αφήσει.

 Κι αν τύχει και ο δούλος
σηκώσει κεφάλι,
τότε αυτή, σαν καρύδι,
τον σπάζει.

Ο Κίρκος, άνδρας τερατογεννημένος,
ζηλότυπος, τραχύς, πρωτόγονος
και από παθολογικό έρωτα μανιασμένος.

Τη γυναίκα κτήμα του τη θεωρεί,
 σαν την ξυριστική του μηχανή
Κι αν αυτή δικαιώματα ζητήσει,
το μάτι του θα γυαλίσει.

Με πιστόλι ή μαχαίρι
επάνω της θα χιμήξει·
σαν λιοντάρι και σαν ύαινα
θα την καταξεσκίσει.

Τα έρημα τα παιδάκια
ούτε καν θα τα σκεφθεί,
αρκεί το πάθος του να ολοκληρωθεί.

Και συχνά κι αυτός ακολουθεί
και αυτοκτονεί.

Κι αυτή στον τάφο,
εκείνος στη φυλακή
και μετά την τραγωδία μετανοεί —
κατόπιν όμως εορτής.

Τα παιδιά σε συγγενείς
ή σε ιδρύματα   θα  ριχτούν ,
ενώ οι σκηνές του μακελειού
εσαεί θα τα ακολουθούν.

Κι άλλα μυστικά του βιασμού
που ποτέ δεν έρχονται στο φως,
μαύρες  ιαχές στο  σκοτάδι
μένουν επτασφράγιστα μυστικά,
στην αιωνιότητα, στον Άδη.

Είναι και οι Κίρκες
που βασανίζουν γυναίκες,
με θέλγητρα και ψεύτικες υποσχέσεις
πλανεύουν ακόρεστες ψυχές.

Παρασυρμένες από τα ρεύματα της εποχής,
που τη φύση κάνουν διαστροφή,
τη γυναίκα θεωρούν φοράδα
κι αυτές επιβήτορες,
 ορμούν με λύσσα  στην παστάδα

Κίρκη μπορεί να είναι πρόσωπο
μια  χώρα ή και κάτι ακομα
που τους έριξε κάποια
  
καλή ή και κακή ώρα.

Γίνε κι εσύ άλλος Οδυσσέας,
τον παλιό σου να βρεις τον εαυτό,
να σπάσεις τα δεσμά,
να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά.

Να γυρίσεις πίσω στην πατρίδα,
που είναι  μυθική και πανωραία,
εκεί που σε περιμένει η ζωή,
ελεύθερη, καθαρή και νέα.      (31/8/26)

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: 
http://www.amphiktyon.org

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΓΛΑΣΤΡΑ

   

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΓΛΑΣΤΡΑ

του Υποστρατήγου ε.α. Κ. Χ. Κωνσταντινίδη

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Πάτρα
αντικρίζω τη σπασμένη γλάστρα

Άνθιζε το πιο όμορφο λουλούδι

Και το πιο γλυκό τραγούδι.

Σκόρπια όνειρα, έρωτες, επιθυμίες,
νεανικά χρόνια,   που  βλέπαμε οπτασίες
 τσακισμένες στον χρόνο,
γεμάτες νοσταλγία, πίκρα και πόνο.

Δεν έλειψαν και οι προδοσίες,
ούτε  και οι απραγματοποίητες προσδοκίες.
Η ζωή δεν χτίζεται με όνειρα μόνο·
με αγώνα, αγωνία και πόνο.

 Συμφορές  και δυστυχίες, σαν τα άλογα του Διομήδη,
πας να τα δαμάσεις κι την καρδιά σου σκίζει.
Μέσα στα δίσεκτα χρόνια, με δυστυχία φορτωμένα,
ζήσαμε, παιδόπουλα, πεινασμένα.
Είχαμε όμως αρχές και αξίες,
 απόδραση  στα Ψηλαλώνια και στο μώλο

σαν έφθανε ο στόλος

Τα δίσεκτα εκείνα του πολέμου χρόνια,
που ηχούσαν οι σειρήνες και τα κανόνια,
τη ζωή μας γέμιζαν όλο στεναχώρια
κι εμείς, όπως πάντα, θύματα  αιώνια.

Πόσα εμπόδια, πόσα καψόνια!
Η Σκύλλα και η Χάρυβδη
να μας συντρίψει,
τις νεανικές μας ζωές να τις ξεσκίσει.

Η γενιά μου στερήθηκε το παιχνίδι
και το ερωτικό τραγούδι.
 ως τώρα  στα βαθιά γεράματα
ο αγώνας μας σκληραίνει.


Τα χρόνια εκείνα, τα μαρτυρικά,
 Πώς να τα  αντέξεις;
Πώς να τραγουδήσω τη νιότη μου τη χαμένη,
αφού ήταν κατάμαυρη, δυστυχισμένη;

Μια ζωή μαρτύρια
κι η ψυχή τσακισμένη,

Η προσφυγιά μας ταλάνιζε
κι από την ορφάνια ταπεινωμένοι

Τότε, κοιτάζοντας τ’ άστρα,
κακά μας έδιναν μαντάτα.
Εμείς απόπαιδα γεννηθήκαμε,
σε μέτωπα και σε κάστρα.
Χωρίς χώμα  και ξερή η δική μας γλάστρα.

Και με της απελευθέρωσης τον ερχομό
τότε έγινε ο μέγιστος χαμός.

Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
και οι μαυραγορίτες
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.

Ο επάρατοςΔιχασμός !!!

Όλα τώρα έχουν αλλάξει,
πιο λαμπερά, πιο φωτεινά.
Τότε ήταν σκοτεινά,
αλλά πιο φυσιολογικά.
Οι ψυχές πιο αγνές,
οι εποχές ρομαντικές.

Μόνο οι συνεργάτες του εχθρού
είχαν εγωιστικές και μοχθηρές ψυχές.

και οι μαυραγορίτες

Σπίτια με αυλές, γιασεμιά και μαργαρίτες·
οι πολυκατοικίες  όλα τα γκρέμισαν σαν τους κομήτες.

Τίποτα δεν θυμίζει τα παλιά,
τα πρόσωπα που έχω χάσει.
Και η άφθονη ενέργεια τη γη την έχει βλάψει.
Αν συνεχίσει τούτη η πορεία,
θα μας κάψει της Μέδουσας η οπτασία.

Η μνήμη φίλων και γνωστών σε θλίβει.
Γλέντια, φλερτ, φιλίες, και του Μαρούδα το τραγούδι
η νοσταλγία σε πνίγει

Σαν πέφτει στην πόλη η συννεφιά
και από βροχή δεν πέφτει στάλα,
μνήμες ξεπετιούνται  από τα παλιά
τότε που έβρεχε με την κουτάλα.

Κι εμείς, χωρίς ομπρέλες, στις στοές
βλέμματα ανταλλάσσαμε με τις εκλεκτές.
Τώρα άνυδρη η πόλη και θερμή,
την παλιά πόλη, τη φευγάτη, νοσταλγείς.

Απομεινάρια άλλων εποχών οι στοές,
κλιματολογικές συνθήκες διαφορετικές.
Ακόμα άλλαξαν και οι εκκλησιές.
Ο πολιούχος άγιος,  λαμπρό  μνημείο,
ωραιότατο το Αρχαιολογικό Μουσείο.
Αδύνατον να βρω το παλιό μου το σχολείο.

Άλλα τα στέκια και τα θεάματα της εποχής.
Η παλιά αρχόντισσα έγινε τουριστική.
Έφυγαν τα εργοστάσια και οι βιομηχανίες,
τότε που εξάγονταν καραβιές η σταφίδα
και, με την απελευθέρωση, σόγια έφερναν τα πλοία
να χορτάσουν οι πεινασμένοι.

Μαθητής τότε, δούλεψα το καλοκαίρι στα σακιά,
το μεροκάματο να πάω στη μαμά μου,
τη συγχωρεμένη.

Ξαπλώνεται η πόλη σαν λουκουμάς

Σε δάση, σε χωράφια και στα βουνά
για να στεγάσει το λεφούσι που φτάνει καθημερινά.
Άξιος ο δήμαρχος, την φροντίζει,
κάθε της γειτονιά καλλωπίζει
και από καθαριότητα «σκίζει».
Σημασία δεν έχει τι ψηφίζει.

Καθάρισε πλέον η ακτή·
οι παλιές βιομηχανίες σοβαρός ήταν ρυπαντής.

Η Πάτρα την ανάπτυξη ακόμη περιμένει.
Έκλεισε και το παλιό οινοπωλείο του Κλεομένη.
Ο υπερτουρισμός μόνο μόλυνση θα   φέρει.
 
Ο καρναβαλικός Διόνυσος λαμπμρός   ,  λείπει ο  Απολλώνιος θεμσός   , και μετρό και  κυκλοφοριακό   ζητάει  ανάπτυξη  ο Αχαιός   

Μόνο   φαντάσματα και   στοιχειά
στην πόλη με συντροφεύουν.
Ψάχνει συνέχεια η ματιά
τα παλιά να βρει, τα μαγαζιά
και πρόσωπα γνωστά.

Αλλά ματαίως·
ο χρόνος αδυσώπητος, η Εντελέχεια μοιραία,
καθαρίζει το παλιό και φέρνει το νέο.

Παίζει το παιχνίδι της ωραία

Μόνο τα φαντάσματα δεν μπορεί να εξοντώσει ο χρόνος.
Και τα στοιχειά που σε συνοδεύουν, καθώς βαδίζεις μόνος,
είναι σαν να σε κοροϊδεύουν:

«Εσύ,  υπέργηρε, πώς βρέθηκες εδώ πέρα;
Άνθρωπος μιας άλλης εποχής!
Όλοι οι γνωστοί,
όλες οι αγάπες σου από τα περασμένα,
είναι στο χώμα,
κι εσύ σεργιανάς σαν αιωνόβιος νεανίας ακόμα;

Αθάνατο σε έκανε ο Δίας;
Τι κάνεις και κλέβεις την μακροζωία ;»

Γυρνάς στον τόπο του εγκλήματος, η αφεντιά σου.
Θυσία υπέρ πατρίδας η οικογένειά σου.
Κι εσύ,   μοναχικός   στην παλιά τη γειτονιά σου

Εμείς μαύρα χρόνια περάσαμε στη νεότητα
και ακόμη χειρότερα γεράματα.
Η ψηφιακή ταυτότητα...

Υπάρχουν όμως και χειρότερα·
δεν πρέπει να παραπονιόμαστε.
Ζήσαμε τρεις κύριες εποχές
και ακόμη κάνουμε αλλαγές
και εκσυγχρονιζόμαστε.

 Και τώρα που δύο  Μούσες
στο πόδι σου αφήνεις,
από την ίδια πηγή να πιουν κι αυτές νερό,
η καθεμιά το μήνυμα του Ελληνισμού
μακριά να στείλει εν καιρώ.τις ευγνωμονώ!!

Τούτο το μήνυμα έχει διαδοθεί στις ηπείρους
από Έλληνες, Φιλέλληνες, τους πλέον εμπείρους.
Θα συνεχίσουν το έργο
για τον άνθρωπο και το περιβάλλον,
από το «Εγώ» στο «Εμείς» χωρίς  να βιάσουν τον άλλον,
νόμο στον κάθε  ολιγάρχη και σε  κάθε ανόητο « μεγάλο»,
και το χρήμα μέσο να γίνει υπέρ της οικουμένης
και όχι, σαν δράκοντας, σάρκες σου να τρώει

με τις βόμβες Μελπομένη

η καμπάνα της φύσης  λυπητερά  σημαίνει. (17/8/26)

Υποστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
Συγγραφέας – Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

Amphiktyon Blog: http://www.amphiktyon.blogspot.com
Amphiktyon Official Site: 
http://www.amphiktyon.org

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Το τελευταίο λεπτό

   

 Το τελευταίο λεπτό

Σε είδα στο τελευταίο λεπτό,
εκεί που η πόρτα έκλεινε
κι ο χρόνος δεν περίμενε.

Ίσως ήταν η τελευταία ματιά,
φεύγαλεα, μπορεί και εσφαλμένη,
τόσο σύντομη,
που δεν αποκλείεται να ήταν και λάθος.

Αλλά τότε ο κύβος ερρίφθη.

Αν δεν με απάτησε η ματιά,
ήταν η αιτία  να  μας χωρίσει .

Ήσουν εσύ;
Ή μήπως μια μορφή ξένη;
που λάθος στη φαντασία  παραμένει;
και μου την  πρόβαλε στον ερχομό σου

Κάποιον που υπέθεσα
πως είχες  στο πλευρό σου.

Κι αν ήσουν εσύ,
πόσα χρόνια χρειάστηκαν
για να συναντηθούν ξανά
δυο βλέμματα
που νόμιζαν
πως δεν θα ξανασυναντηθούν ποτέ;

Ακόμη προσπαθώ να σε ανακαλύψω
με την τεχνητή νοημοσύνη.

Κι είσαι τόσο καλά κρυμμένη,
που έγινες άφαντη
στην παγκόσμια μνήμη.

παρότι δασκάλα ήσουν  διακεδριμένη

Από περιέργεια να πληροφορηθώ
αν ακόμη ζεις ή έχεις πεθάνει·
να σου κάνω ένα νοερό ευχέλαιο
ή, ίσως, ένα ποίημα
για να σε ευφράνει.

Μα το τελευταίο λεπτό
μου ξεφεύγεις πάλι.

Ή  μήπως  η ΑΙ τεχνηέντως

 με ξεγελάει;

12 Αυγ. 2026

Αμφικτύων